Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Γάλα


Το γάλα αποτελεί εξαίρετη πηγή πολλών θρεπτικών συστατικών. Αποτελεί άριστη πηγή πρωτεϊνών, υδατανθράκων, λιπιδίων, ανόργανων θρεπτικών συστατικών, ιδιαίτερα ασβεστίου, και βιταμινών, δηλαδή, όλων των συστατικών που είναι απαραίτητα για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού.Οι πρωτείνες του γάλακτος είναι υψηλής βιολογικής αξίας και σε αυτές συγκαταλέγονται η καζεΐνη, η λακταλβουμίνη και μια σειρά από ανοσοσφαιρίνες. Όσον αφορά τις τελευταίες, θεωρείται ότι στον άνθρωπο είναι πολύ σημαντικές για την νεογνική ανοσία (είναι υπεύθυνες για την μεταφορά της μητρικής ανοσία στο βρέφος στα πρώτα στάδια μετά την γέννηση).
Το λίπος του γάλακτος παίζει ζωτικό ρόλο στην διατροφή των παιδιών λόγω της περιεκτικότητας του σε απαραίτητα λιπαρά οξέα. Τα απαραίτητα λιπαρά οξέα και ιδιαίτερα το λινολεϊκό οξύ είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη και τη διάπλαση των ιστών του σώματος, ιδιαίτερα για την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Επίσης, η ανεπαρκής πρόσληψη θερμίδων από το άπαχο γάλα, για να καλύψει το έλλειμμα σε ενέργεια, μπορεί να οδηγήσει σε κινητοποίηση του λίπους του σώματος, προκαλώντας έτσι υποθρεψία και καθυστέρηση στην ανάπτυξη του βρέφους. Έλλειψη σε απαραίτητα λιπαρά οξέα χαρακτηρίζεται από δερματοπάθειες, καθυστέρηση ανάπτυξης, δυσλειτουργία πολλών οργάνων του σώματος, αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις κτλ.Για το λόγο αυτό κρίνεται αναγκαία η κατανάλωση πλήρους γάλακτος στην διάρκεια του πρώτου έτους και μέχρι τα βρέφη να συμπληρώσουν τα δύο πρώτα τους χρόνια.
Μετά τα τέσσερα χρόνια και σε περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις για την εμφάνιση παιδικής παχυσαρκίας, το παιδί καλό είναι να αρχίζει να πίνει το γάλα του μερικώς αποβουτυρωμένο, ώστε να συνηθίζει από αυτή την ηλικία σε μια προληπτική αντιχοληστερινική διατροφή. Το λίπος του γάλατος συμβάλλει επίσης στη απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών Α, D, E και Κ
Το γάλα περιέχει τόσο λιποδιαλυτές όσο και υδατοδιαλυτές βιταμίνες. Αποτελεί καλή πηγή βιταμινών του συμπλέγματος Β. Ωστόσο, τα επίπεδα των διάφορων βιταμινών μεταβάλλονται ανάλογα με την επεξεργασία και την αποθήκευση του γάλακτος (πχ επίπεδα θειαμίνης μειώνονται με την παστερίωση και οι απώλειες αυτές είναι μεγαλύτερες στα UHT, γάλατα τα οποία δείχνουν επίσης απώλειες Β6, Β12 και φολικού). Τα επίπεδα των λιποδιαλυτών βιταμινών είναι γενικά ανάλογα με την περιεκτικότητα σε λίπος, τόσο στο γάλα όσο και στα προϊόντα του. Τα άπαχα γάλατα έχουν, συνεπώς, χαμηλή περιεκτικότητα σε λιποδιαλυτές βιταμίνες και πολλά προϊόντα τα οποία παρασκευάζονται από άπαχο γάλα εμπλουτίζονται με βιταμινούχο μίγμα.
Τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκε ότι η κατανάλωση γάλακτος, στην παιδική και εφηβική ηλικία, δεν συνδέεται μόνο με την ανάπτυξη τους αλλά και με την ποιότητα των οστών τους όταν φτάσουν στην τρίτη ηλικία. Και αυτό, γιατί το γάλα αποτελεί την κύρια πηγή ασβεστίου, το μέταλλο με την μεγαλύτερη αφθονία στον οργανισμό μας, το οποίο και είναι το βασικό δομικό υλικό των οστών. Η πρόσληψη επαρκούς ποσότητας ασβεστίου είναι το κλειδί για να χτίσουμε και να διατηρήσουμε γερό σκελετό. Επαρκής πρόσληψη ασβεστίου, κατά την διάρκεια της ανάπτυξης των παιδιών, είναι ουσιώδης για την επίτευξη της ιδανικής οστικής μάζας και για την προστασία από μελλοντική οστεοπόρωση, μια πάθηση η οποία χαρακτηρίζεται από μειωμένη οστική μάζα. Η οστική μάζα μετά την εμμηνόπαυση, καθορίζεται τόσο από την μέγιστη οστική μάζα -η οποία έχει επιτευχθεί κατά την παιδική και νεανική ηλικία- όσο και από τον ρυθμό απώλειάς της αργότερα στην ζωή. Αυξάνοντας, λοιπόν, την οστική μάζα, μπορούμε να μειώσουμε την προσβολή από οστεοπόρωση. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει την σημασία της πρόσληψης γάλακτος στην παιδική και εφηβική ηλικία, και της πρόσληψης ασβεστίου στην ενήλικη ζωή, για την βελτίωση της μέγιστης οστικής μάζας, η οποία αποκτάται σε διάφορα οστικά σημεία. Η κατανάλωση γάλακτος στην παιδική και εφηβική ηλικία μπορεί να επιδράσει στην οστική μάζα μετά την εμμηνόπαυση. Επίσης, η απόκτηση διαιτητικών συνηθειών, οι οποίες περιλαμβάνουν την συχνή κατανάλωση γάλακτος κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, είναι πιθανόν να οδηγήσει σε υψηλότερες προσλήψεις ασβεστίου αργότερα στην ζωή. Όσον αφορά το τελευταίο, μελέτες έχουν δείξει ότι γυναίκες με υψηλές προσλήψεις γάλακτος στην παιδική και εφηβική ηλικία, είχαν υψηλότερες προσλήψεις γάλακτος αργότερα στην ζωή απ’ ότι οι γυναίκες με χαμηλότερες προσλήψεις κατά την νεαρή ηλικία.
Για το λόγο αυτό, οι διαιτητικές συστάσεις συμβουλεύουν την καθημερινή κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων. Το ασβέστιο βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά σε μια και μοναδική κατηγορία τροφίμων: γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα. Ένα φλιτζάνι γάλα προσφέρει στον οργανισμό μας περίπου 300 mg ασβεστίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι τύποι του αποβουτυρωμένου γάλακτος έχουν την ίδια ποσότητα ασβεστίου με το πλήρες. Έτσι, ένας ενήλικας ο οποίος καταναλώνει 2 με 3 φλιτζάνια γάλακτος ημερησίως, μπορεί να καλύψει της ημερήσιες ανάγκες του σε ασβέστιο. Ο λόγος για τον οποίο τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν καλή πηγή ασβεστίου είναι γιατί δεν περιέχουν μόνο ασβέστιο και πρωτεΐνη αλλά και φώσφορο, μαγνήσιο, βιταμίνη D καθώς και άλλα θρεπτικά συστατικά, τα οποία σχετίζονται με την καλή υγεία των οστών.
Αξίζει να αναφερθεί ότι το ασβέστιο δεν αποτελεί μόνο σημαντικό παράγοντα για την πρόληψη και θεραπεία της οστεοπόρωσης, αλλά είναι ζωτικής σημασίας σε ένα πλήθος λειτουργιών του οργανισμού και σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες μπορεί να βοηθήσει και στην πρόληψη της υπέρτασης.
Το ασβέστιο δεν επαρκεί για το "χτίσιμο" ενός γερού οργανισμού. Oι βιταμίνες που περιέχονται στο γάλα, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη σωστή ανάπτυξη και στην υγεία των υπόλοιπων τμημάτων του παιδικού οργανισμού, του δέρματος, των ματιών και των ιστών που συνθέτουν τα υπόλοιπα όργανα. Για παράδειγμα, η βιταμίνη Α ενισχύει την αύξηση των ιστών και βοηθά στη διαμόρφωσή τους, ενώ ακόμη διαρκεί η ανάπτυξη του παιδιού. Παράλληλα, προφυλάσσει την υγεία του δέρματος και των ματιών. Η βιταμίνη C όχι μόνο ενισχύει την απορρόφηση του ασβεστίου, αλλά βοηθά και στο σχηματισμό του συνδετικού ιστού, γι' αυτό και παίζει ευεργετικό ρόλο στην επούλωση των τραυμάτων και στη γρήγορη αποκατάσταση του οργανισμού έπειτα από ατυχήματα. Έχει, επίσης, αντιοξειδωτική δράση και ενισχύει την άμυνα του παιδικού οργανισμού. Η ριβοφλαβίνη (βιταμίνη B12) συμβάλλει σημαντικά στη γρήγορη ανάπτυξη των παιδιών, ενώ σπουδαίος είναι ο ρόλος της στη μετατροπή των τροφών σε ενέργεια. Επιπλέον, βοηθά τον παιδικό οργανισμό να αξιοποιήσει τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά, όπως είναι οι πρωτεΐνες ή οι υδατάνθρακες.
Δεν είναι τυχαίο, ότι όλοι οι παιδίατροι και διαιτολόγοι συμφωνούν πως κάθε παιδί πρέπει να καταναλώνει τουλάχιστον μισό λίτρο γάλα την ημέρα μέχρι την ενηλικίωσή του και να συνεχίζει να πίνει αρκετό σε όλη του τη ζωή. Κατάλληλα για το παιδί, από 12 μηνών και πάνω, είναι όλα τα είδη γάλακτος που υπάρχουν στο εμπόριο και κυκλοφορούν με τις ονομασίες: "φρέσκο παστεριωμένο", "υψηλής παστερίωσης", καθώς και το κλασικό εβαπορέ -με την προϋπόθεση ότι η κατανάλωσή τους θα συμπληρώνεται με τροφές πλούσιες σε σίδηρο και βιταμίνη C (πχ χυμοί φρούτων και δημητριακά), συστατικά που στο αγελαδινό γάλα περιέχονται σε μικρές ποσότητες.
Οι πρόσφατες διαιτητικές συστάσεις για την μείωση του λίπους στην διατροφή μας, και ιδιαίτερα των κορεσμένων λιπαρών, έχουν εστιάσει την προσοχή τους στο λίπος των γαλακτοκομικών προϊόντων. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια μείωση στην κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, από μια μερίδα πληθυσμού και σε μια σημαντική αύξηση στην κατανάλωση άπαχων ή ημιαποβουτυρωμένων προϊόντων. Είναι πολύ σημαντικό, να μην προκαταληφθεί ο κύριος ρόλος του γάλακτος, όσον αφορά την παροχή θρεπτικών συστατικών όπως το ασβέστιο και τη ριβοφλαβίνη, από την εσφαλμένη ερμηνεία των διαιτητικών οδηγιών, τα οποία συνιστούν μείωση και όχι αποχή. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ειδικά όταν αφορά τη διατροφή των παιδιών, όπου το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν πολύτιμα συστατικά της διατροφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου