Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Η υγιεινή διατροφή αυξάνει την παιδική ευφυΐα

 Η κατανάλωση τσιπς, σοκολάτας και κέικ μπορεί πιθανόν να βλάπτει την εξυπνάδα ενός παιδιού, αναφέρουν ερευνητές του Πανεπιστημίου Bristol.
Η έρευνα υποδεικνύει σχέση μεταξύ διατροφής υψηλής σε κατεργασμένες τροφές και ελαφρώς χαμηλότερου IQ.
Όπως αναφέρεται στο περιοδικό ‘Journal of Epidemiology and Community Health’, η έρευνα υποδεικνύει ότι η φτωχή διατροφή μπορεί ενδεχομένως να επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Οι διατροφικές συνήθειες 3.966 παιδιών που έλαβαν μέρος στην έρευνα καταγράφηκαν στην ηλικία των 3,4,7 και 8,5 ετών.
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι προέκυψαν τρία είδη διατροφής. Κατεργασμένα τρόφιμα με υψηλά επίπεδα λιπαρών και σακχάρων, παραδοσιακή διατροφή με κρέας, πατάτες και λαχανικά και υγιεινή διατροφή, με σαλάτες, ψάρια και φρούτα.
Τα παιδιά υποβλήθηκαν σε εξετάσεις IQ στην ηλικία των 8,5 ετών.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν σχέση μεταξύ IQ και διατροφής, ακόμα και έχοντας λάβει υπόψη άλλους παράγοντες, όπως το επίπεδο εκπαίδευσης της μητέρας, την κοινωνική τάξη και τη διάρκεια του θηλασμού.
Μια διατροφή υψηλή σε κατεργασμένες τροφές στην ηλικία των 3 ετών συνδεόταν με ελαφρώς χαμηλότερο δείκτη IQ στην ηλικία των 8,5, υποδεικνύοντας ότι οι αρχικές διατροφικές συνήθειες έχουν μακροπρόθεσμη επίπτωση.
Η Dr Pauline Emmett, δήλωσε ότι η ανάπτυξη του εγκεφάλου είναι πολύ γρηγορότερη τα πρώτα χρόνια της ζωής, όταν συμβαίνει το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης. Φαίνεται ότι αυτό που συμβαίνει στη συνέχεια είναι λιγότερο σημαντικό.
Αν και η σχέση μεταξύ διατροφής και IQ ήταν πολύ δυνατή, η επίπτωση ήταν αρκετά μικρή. Οι κατεργασμένες τροφές συνδέονταν με IQ μόνο λίγες μονάδες χαμηλότερο.
Η Fiona Ford, εκπρόσωπος του British Dietetic Association, δήλωσε ότι αξίζει να εστιάζουμε στη μακροπρόθεσμη επίδραση της διατροφής. Όλοι είμαστε εξοικειωμένοι με τη βραχυπρόθεσμη.
Η έρευνα επιβεβαιώνει το είδος συμβουλής που ήδη ξέρουμε, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό πάντα. Χρειάζεται η μεγαλύτερη εκπαίδευση των νέων γονέων σχετικά με την υγιεινή διατροφή.
Πηγές: ‘Journal of Epidemiology and Community Health’.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου